Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Τέσσερις συλλαβές

Λέω σε όλους, πως είμαι καλά.
Τα αυτιά μου πια το αποδέχονται.
Έχω ξεχάσει εδώ και καιρό, πόσες φορές
επαναλαμβάνοντας τις τέσσερις συλλαβές
τιμωρούσα το παράπονο…
που συντρόφευε την ψυχή μου σαν σκιά
αποφεύγοντας να δώσω εξήγηση στα γιατί…

Τα γιατί…δεν κατάφερνα ποτέ να αγγίξω.
Τα φοβόμουν, όπως και σένα
που δεν φοβόσουν τίποτε
και δεν βρήκες λόγο κανένα
μαζί μου ν’ αλλοτριωθείς.
Να εστιάσεις στη σκιά της ψυχής μου, έστω.
Δε σου άρεσαν οι σκιές…

Εκείνη της ψυχής μου σήμερα, αν και τιμωρημένη
βουβή διέξοδο αναζητώντας και παραβλέποντας
ή νικώντας τους νόμους των σκιών
έχει απλωθεί γύρω μου, παντού.
Είναι ορατή.

Αντιδρώντας ψάχνω το φως πιο πέρα
στο περίγραμμα, επαναλαμβάνοντας
συνεχώς τις τέσσερις συλλαβές
και προσδοκώντας πως η αντίστροφη μέτρηση
θα πρέπει από κει να αρχίζει.
Στην ολοσκότεινη βάση, δεν κρύβω πια καμιά ελπίδα…

Κάθε ξάφνιασμα φαντάζει ικανή πρόκληση.
Κάθε πρόκληση φωτός αχτίδα
κάθε αχτίδα…ευαίσθητη, πρέπει να δυναμώσει.
Να δυναμώσει…να τη στηρίξω δίνοντας
ό,τι μπορεί να μου ’χει απομείνει
ό,τι στέκει ως αντίβαρο από του παρελθόντος τα λάθη,
τα γνώριμα κατάλοιπα της κοινής λογικής
που για όλα ευθύνονται…

Οι τέσσερις συλλαβές γίνονται μία
η σωτηρία προσωποποιείται στο καινούργιο
κάθε αφορμή δεν πρέπει να χαθεί…

Στο νέο δεν συνυπολογίζονται μέτρα και σταθμά
κριτήρια άλλων εποχών, αλλότρια καθημερινά.
Χρώμα μαλλιών και ίριδας, διάπλαση σωματική, φαιά ουσία.
Της σωτηρίας το αντίτιμο ερώτημα ένα γεννάει…
Μπορεί να σβήσει τις σκιές,
να βγάλει το ερωτηματικό απ’ τις συλλαβές,
να ’ναι μαζί μου; στήριγμα να βρει απ’ το βάρος η ψυχή μου;
Θα δώσω πάλι τα πάντα, δε θα χρειαστεί να ζητήσει τίποτε.
Αυτή τη φορά στο χέρι μου θα είναι, θα προλάβω
δε με νοιάζει τίποτε άλλο…

Να πάψει μόνο το κρυφτούλι του ερωτηματικού στις συλλαβές μου!
Να ακουστούν και να μην κατρακυλάει η ηχώ τους
να παραμορφώνεται…να με περιγελά.

Όσο και να τις συνήθισαν τα αυτιά μου
της ψυχής η σκιά δυναστεύει χωρίς οίκτο.
Σβήνει το γέλιο με χαμόγελο…
Ξεγελά με υγρά και αφήνει δάκρυα…
Σάρκας γυμνής την αίσθηση τιμωρεί με συγκρίσεις…
Χάδια και φιλιά εξισώνει σε ανούσιες κινήσεις…
Σαν από τιμωρία αποδέχεται μόνο
βλέμματα που απλά ρίχνονται…
Τίτλοι εισαγωγής που πάντα καταλήγουν κιτρινισμένα υστερόγραφα
και εγώ κάθε φορά να αποποιούμαι την αχτίδα, να ορίζομαι,
παρατηρητής στον περίγυρο που αλλάζει τόνο
στο σκούρο φόντο που κυκλώνει της διεξόδου την υποψία…
Νιώθω την ειρωνεία…

Ίσως πρέπει να σβήσω μόνος τα ερωτηματικά
προσθέτοντας το, δεν, στις συλλαβές μου…
Λύση συμβιβασμού. Το μαύρο με μαύρο δεν αλλάζει.
θα λέω σε όλους πια…δεν εί-μαι κα-λά…
τα αυτιά μου θα συνηθίσουν…μια παραπάνω συλλαβή
το παράπονο ας ξεσπάσει…και η σκιά ας υποστεί μόνιμη καταδίκη.

Δεν είμαι καλά… αυτό ας τα λέει όλα…

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

θες δεν θες...

Στο τώρα ή στο χθες
όταν οι αισθήσεις… πολεμούν τις απειλές μιας λέξης
που η συγγνώμη για να κρύψει ή να διαγράψει…
χτίζει τείχους…
θες δε θες
θ’ ανακαλύψεις ότι φταις…

και εκεί
θα ‘ρθει ο συμβιβασμός, να σου γελάει
να σε κοιτάει απ’ τον καθρέφτη
ρόλους και λόγια να φυλάει
ως αντίδοτο, για του αύριο… τις πληγές
θες δε θες…

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Αύριο το βράδυ στις οχτώ…

Αύριο το βράδυ στις οχτώ…



Απόσταση τα μάτια μου να παίρνουν από σένα!
σκούρα γυαλιά σε μάτια κλαμένα
και μια υποψία από χαμόγελο που φέρνει
στην πρόβα που ’κανα, μηνύματα ηττημένα

χέρια ιδρωμένα, γέλια
κι η λογική να παίρνει…
ξανά τον δρόμο ανηφορίζοντας
καθώς το σώμα μου τη σέρνει…

Αύριο το βράδυ στις οχτώ…
το μήνυμα με τη φωνή σου
που αναλύω για να βρω
αφετηρία στη λογική σου…

Αύριο το βράδυ στις οχτώ…
Είκοσι τρεις και κάτι, ώρες
δυο λόγια ψάχνω, προσπαθώ
μα τα μπερδεύω μες τις μπόρες…

της λογικής σου… κι απορώ
πως μου ζητάς να προσπεράσω
απορώ, πως θ’ αντιδράσω αν δεχθώ
γι άλλη μια φορά να πάω πάσο…

Αύριο το βράδυ στις οχτώ…
Είκοσι τρεις και κάτι, ώρες
πως το ‘’τελειώσαμε’’ θαρρώ
στους δείχτες τάζει… ανηφόρες.

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Ικεσία…






Χαϊδεύοντας των αστεριών την φλόγα
ιδρώτας κύλησε,
σπαθί η ματιά σου
με πλημμύρησε…

και πάλι η φλόγα, την παλίρροια θα ικετεύει…

Καινούργια μέρα






Καινούργια μέρα. Οι προτροπές γι’ αυτήν πολλές.
Πηγαίες απ’ τη μαγεία, που του άγνωστου η πρόκληση
μπερδεύει με την ανθρώπινη αύρα
και τις δεισιδαιμονίες του χθες.

Ένα μικρό σημάδι στης ζωής το βιβλίο.

Αμείλικτος καταμετρητής, προσδοκιών κριτής
που σημαδεύει με πέλεκυ ή χάδι τις θύμησες όσων περάσαν.

Σχέδια δεν κάνω για ό,τι σήμερα θα καταφέρω,
μπορεί και τίποτε. Αύριο θα ξέρω.

Η καινούργια μέρα αρχίζει χωρίς διαπιστεύσεις.
Μόνιμη καταδίκη και σε ό,τι μας αφορά
η ελπίδα των προκλήσεων, μόνο για να ξυπνά
τη νοσταλγία του παραμυθιού και τα όνειρα…

Αν στο χέρι μου ήταν θ’ άλλαζα του χρόνου τη φορά.
Στου λυκόφωτος την ώρα, θα γυρνούσα πίσω
της σελίδας τα γραμμένα για να αλλάξω,
το νου να αφυπνίσω οριστικά για τα μελλούμενα,
που όταν αδύναμα παραπαίει,
τα αποδίδει στης μοίρας τα χέρια.
Τάματα δε θα ’κανα ξανά στα αστέρια
φόβος για το αύριο δε θα νοούσε.
Το βιβλίο ό,τι επέλεγα εγώ, σωστά θα ιστορούσε.

Μέχρι σήμερα στις δικές μου σελίδες
με πέλεκυ έχουν γραφεί ρήσεις που λεν
τη μοίρα μου στα χέρια πως κρατάω.
Με χάδι στον αντίποδα, άλλες στιγμές μετράω
για όσα με δυσκολία πίσω αφήνω, όσα μπορώ και ξεπερνάω
που λεν με ευγένεια περίσσια, και ίσως χροιά παρηγοριάς
πως το πεπρωμένο να αποφύγω δε μπορώ.
Μάταια παλεύω, ό,τι είναι γραμμένο…
όσο και αν δεν πιστεύω, να αποφύγω δε μπορώ.

Καινούργια μέρα. Επιλέγω να αδιαφορώ.
Ό,τι προκύψει θα ’τανε γραφτό να γίνει.
Στα χέρια μου ευθύνες δεν κρατώ.
Θα μετρώ των ημερών το χάραμα, στο δείλι
ρόλο κομπάρσου αδιαμαρτύρητα θα δεχθώ;

Και ύστερα; όταν του χρόνου τα σημάδια
μαρτυρούν…πολλές σελίδες
και η σκέψη, πίσω με γυρίζει, προσδίδοντάς μου
ρόλο, νόημα και σκοπό για του βιβλίου το κενό,
πρόχειρο θα ’χω και εύκολα θα μπορώ να πω
το χάδι πως μου έτυχε, δεν έφταιξα εγώ…
Έτσι να ’ναι;

Σήμερα στέκομαι εύκολα κριτής στων άλλων τις σελίδες.

Καινούργια μέρα. Μπροστά μου το ίδιο δίλημμα. Τι να πω;
Πώς για τους δικούς μου θα τελειώσει
ή γραμμένο ό,τι και να ’ναι να δεχθώ;

Της μοίρας τα παιχνίδια δεν εγκρίνω...
Μοιάζει του μέσου όρου να ’ναι ρυθμιστής.
Από τη μία ιππότης, ανεμόμυλους να κυνηγάω
και από την άλλη ολιγωρίας κατηγορίες
που δεν τους βρήκα χθες.

Θεού επικλήσεις και αμφισβήτηση
γέλιο που διαδέχεται το δάκρυ
αναγκαιότητες και καταδίκες
έμφυτα στοιχεία γονιδιακής χημείας
ψυχή και καλλιέργεια…άγνοια και περιέργεια
ηχούν σαν φόβοι τιμωρίας
για την αδυναμία της γνώσης.

Και το ερώτημα με εμμονή διαχρονικό
σε παράλληλους δρόμους με παραπέμπει.
Αν στη δική σου θέση ήμουν εγώ
τα πώς και τα γιατί σου να εξηγώ.

Αν πέσω θα μπορέσω μόνος μου να σηκωθώ;
Θα ψάχνω φίλους; Θα στραφώ σε συγγενείς;
Στου έρωτα αλλότριες υποχρεώσεις;
Ένα θαύμα απ’ της πίστης την ελπίδα θα ζητώ;
Δύναμη απ’ του εγώ μου τις σελίδες θα μπορώ να αντλώ;

Εικασίες δεν κάνω για ό,τι σήμερα θα καταφέρω,
μπορεί και τίποτε. Αύριο θα ξέρω.

Στη μοίρα προσδίδω ρόλο, ρυθμιστή.
Του μέσου όρου ας κρατά ισορροπία.
Όταν με ρίχνει, τον πήχη θ’ ανεβάζω,
θα στοχεύω όσο πιο ψηλά μπορώ.
Την ισορροπία θα επιλέξω μόνο εγώ που θα κρατώ.
Σε ρόλο κομπάρσου το ρυθμιστή θα βάλω.
Έτσι μου είναι πιο εύκολο το παιχνίδι να δεχθώ
και όταν απ’ του χρόνου τα σημάδια
σελίδες πολλές θ’ αναπολώ… τις ρήσεις θα θυμάμαι
και εύχομαι, να νιώθω
πως έφτασα ως εδώ σε ρόλο πρώτο…

…μια καινούργια μέρα.

Απροσδιόριστη σιωπή






Απροσδιόριστη…η αίσθηση που εμμένει
να ευθύνεται για του μυαλού τις λειτουργίες
καθώς αντλεί απ’ την παραίσθηση…γυρεύει
στηρίγματα που αποδεικνύονται, εικασίες…

Απροσδιόριστη…η αίσθηση που πλάθει
στοιχεία ελαφρυντικά για το εγώ σου,
ακατανόητο…πως γίνεται τα λάθη
μακριά να μένουν από κάθε τι, δικό σου.

Σε μαύρους κύκλους φυλακίστηκαν τα μάτια
βαθιές στο πρόσωπο ρυτίδες σχηματίσαν
καινούργια αυλάκια διεξόδου, για τα δάκρυα
που ξέπλυναν το χρώμα και κάτωχρο τ’ αφήσαν…

Τους μαύρους κύκλους, τώρα σβήνεις στον καθρέφτη
και ζεις με μάσκες που το ψέμα ξεγελούνε
όμως το μέσα σου φωνάζει πάλι…ψεύτη
θα ’ρθουν μια ώρα οι ερινύες…θα σε βρούνε…

Όταν μαζέψεις της ζωής σου τα κομμάτια
και κάποιον άλλο στον καθρέφτη αντικρίσεις…
όταν αφήσουν μόνο άλατα τα δάκρυα
τα θέλω του εαυτού σου τότε…θα γνωρίσεις…

Ίσως για πρώτη σου φορά…τον αγαπήσεις
σαν θυμηθείς πρώτη φορά…σ’ αυτά τα λόγια να γυρίσεις.

Τώρα…τον χρόνο σαν γυρίσεις
Τώρα…που λες πως…δεν καταλαβαίνεις…
όμως το θέμα…θες να κλείσεις…
κι απροσδιόριστα…σωπαίνεις.